Πέμπτη, Μαΐου 04, 2006

Τι δεν πρόλαβα να γράψω

Από τις 29 του προηγούμενου ήθελα να γράψω, να αποθηκεύσω, να διασώσω όλα αυτά τα συναισθήματα που γεννιόνταν και έσβηναν μέσα μου. Δεν βρήκα τον χρόνο.
Ας είναι. Ήρθαν, με άλλαξαν και χάθηκαν ξανά στη λήθη Των Χαμένων Συναισθημάτων.

Το βράδυ της Παρασκευής στις 28 του μηνός Απριλίου και ώρα 23:11 (11:11 έγραφε το ρολόι του αμαξιού) ξεκινήσαμε από το σπίτι μας, εγώ, η γυναίκα μου και ο εν τη κοιλία αυτής υιός, να πάμε στο μαιευτήριο.

Πέρα από το ότι το ρολόι έγραφε τέσσερις άσσους την ώρα που φεύγαμε, γεγονός που θεώρησα καλό οιωνό, κάθε φανάρι ήταν πράσινο και βρήκα πάρκινγκ σχεδόν στην πόρτα του μαιευτηρίου.

Η σύζυγος, εξωτερικά ήρεμη, μιας και τα υγρά που σηματοδοτούσαν την αρχή της περιπέτειας μας ήταν λίγα, ανησυχούσε για το γεγονός πως είχαμε φάει λίγο πριν και μάλιστα μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα (υπέροχη την έκανα πάλι), πράγμα που σήμαινε πως θα δυσκολευόμασταν την ώρα του τοκετού.

Οι πόνοι λίγοι και αραιοί, η διαστολή στο 3,5… η γιατρός μας είπε πως δεν θα ξημερώσουμε έγκυοι.
Δυστυχώς έκανε λάθος.

Περάσαμε ένα ολόκληρο βράδυ στο Δωμάτιο των Οδυνών (έτσι το λένε και έτσι είναι) μέχρι που η Καλή μας Γιατρός απεφάνθη, «Εμπρός για να τελειώνουμε».
Έτσι χορηγήθηκε ορός (δεν ξέρω με τι διαόλια μέσα του, «μονάδες» τα λένε οι μαιονοσοκομογιατρίνες) και η γιατρός άρχισε τις τραχηλικές μαλάξεις.

Σε κάθε ώθηση βοηθούσα, όσο μπορούσα, με το βλέμμα, με παραινέσεις και επιβεβαιώσεις την σύζυγο. Ευτυχώς υπήρξε αρωγός μια χρυσή γυναίκα. Η Κυρία Μαίρη, Μαία.

Αυτή να καθησυχάσει την γυναίκα μου, αυτή να της μιλήσει σαν να ήταν μικρό παιδί, αυτή να την χαϊδέψει στο μέτωπο και να τη δροσίσει με νερό. Η γιατρός είχε άλλη δουλειά να κάνει. (Τσαούσα παιδί μου, τσαούσα!!!) Δεξί πόδι και έλεγχο η γιατρός μας, αριστερό πόδι και παραινέσεις εγώ. Και ναι, έβλεπα τα πάντα.
Κατά τις οκτώ και κάτι ψιλά η διαστολή είχε φτάσει το 5,5. Είδα την κορφή του κεφαλιού του μικρού!
Ώρα για γέννα.

«Θα με βάλεις μέσα;» ρωτάω τη γιατρό μας, «Βγάλε το βρωμοπουκάμισο, βάλε πράσινη μπλουζίτσα και έλα» μου λέει. Αισθάνθηκα ανακούφιση.
Για εννέα μήνες ήμουν απλός θεατής. Έξω από το χορό.
(Ένα χέρι πάνω στην κοιλιά και το να βλέπεις να αλλάζει σχήματα θυμίζοντας allien ΔΕΝ συνιστά συμμετοχή, κατά την άποψη μου και της Καλής Γιατρού.)
Όχι πως τώρα θα έκανα κάτι, αλλά θα ήμουν μέσα. Ένα γνώριμο πρόσωπο, αγαπημένο, για να κρατάει το χέρι της γυναίκας που θα γεννούσε. Το θεωρούσα, και το θεωρώ, ελάχιστο φόρο τιμής σε κάθε μητέρα αυτού του κόσμου.

Εντάξει θα το παραδεχτώ, ήθελα να είμαι μέσα για μερικούς εντελώς εγωιστικούς λόγους.
1ος Λόγος. Γεννιόταν το παιδί μου.
2ος Λόγος. Δεν είναι μια εμπειρία που θα ήθελα να λείπει από την γκαλερί που έχω στο κεφάλι μου.
3ος Λόγος. Για να μπω στο μάτι όλων αυτών των, και καλά, Αντρών που φοβούνται και την παραμικρή σταγόνα αίμα.
4ος Λόγος. Γεννιόταν το παιδί μου.

Ήμουν μέσα. Από την αρχή μέχρι και το φάσκιωμα του μικρού. Δίπλα στη μάνα του.
Η έκφραση του προσώπου της, το κοκκίνισμα της, η ξέπνοη φωνούλα της να λέει, «…δεν μπορώ να σπρώξω άλλο…» μ’ έκαναν να πονάω, σχεδόν σωματικά, για αυτήν.
Ευτυχώς οι σφυγμοί του μικρού έδειχναν πως είναι δυνατός και ικανός να αντεπεξέλθει στις κακουχίες. Δεν έπεσαν κάτω από τους 100.

Ενοχλήθηκα που ήταν και ο αναισθησιολόγος μέσα. Δεν ξέρω, μου φάνηκε περισσότερο πρέπον οι μόνοι άντρες εκεί μέσα να είμαστε εγώ και ο υιός. Άλλωστε δεν τον είχα γνωρίσει και νωρίτερα τον άνθρωπο. Αλλά ήταν ένας πολύ συμπαθητικός κυριούλης.

Δυστυχώς ο μικρός ερχόταν λίιιγο στραβά, και το άνοιγμα της λεκάνης ήταν λίιιγο πιο μικρό απ’ ότι έπρεπε. Έτσι λοιπόν, επιστρατεύτηκε μια αντλία αέρα και μια μεταλλική βεντούζα για να τον τραβήξει στη ζωή η Καλή Γιατρός.

Η πρώτη στιγμή που τον είδα δεν ήταν σοκαριστική. Το αντίθετο θα έλεγα. Ήταν σκέτη ανακούφιση.
Ανακούφιση για το ότι βγήκε, και έτσι θα σταματούσε το μαρτύριο της συζύγου. Ανακούφιση για το ότι ήταν αρτιμελής και οι χειρισμοί της Καλής Γιατρού ήταν ορθοί από την αρχή ως το τέλος. Ανακούφιση για το ότι δεν χρειάστηκε τομή. Ανακούφιση για το ότι όλα πήγαν καλά τελικά.

Ένα όχι και τόσο ζαρωμένο κόκκινο φαφούτικο πρόσωπο, με πρησμένα βλέφαρα και μάγουλα. Πόδια και χέρια που φάνταζαν πελώρια έτσι όπως κουνιόντουσαν, χωρίς σκοπό αλλά με σαφές νόημα, «Που είμαι τώρα? Γιατί μπορώ και τα κουνάω έτσι εύκολα? Μήπως πρέπει να πιαστώ από κάπου?»
Ένα ανθρώπινο πλάσμα, λερωμένο με λίγο αίμα και ελάχιστες βλέννες, κρεμασμένο από το ένα του πόδι, να πασχίζει να πιαστεί από κάπου.
Αυτό είδα.

Μετά, του κόψανε τον μόνο του πλέον σύνδεσμο με την μάνα του και τον πήραν να τον καθαρίσουν. Μου τον δώσανε στα χέρια μέχρι να βγουν τα «ύστερα», και εκεί, για πρώτη μου φορά, κοίταξα τα μάτια του γιου μου, που με κοίταξε με σχεδόν τυφλά μάτια να τον χαιρετίζω.
«Καλώς όρισες Μικρέ Σοφέ μου Άνθρωπε», του είπα.
Αυτός αδιαφόρησε, όπως έπρεπε, και μετακόμισε, με την βοήθεια της μαίας πάνω στο στήθος της μάνας του για την πρώτη τους επαφή.
Ένα φιλί της, πάνω στο υγρό ακόμα κεφαλάκι του, έγινε ορόσημο της σχέσης τους.

Ο καλός κυριούλης της προμήθευσε το κατάλληλο κοκτέϊλ αναισθητικών (είπαμε, πολύ συμπαθής ο κυριούλης) και σε δευτερόλεπτα αποκοιμήθηκε εξουθενωμένη και ναρκωμένη.
Εγώ ακολούθησα την παιδίατρο για τις απαραίτητες μετρήσεις.

Βάρος: δύο κιλά και οχτακόσια εξήντα γραμμάρια.
Μήκος: Σαράντα εννέα εκατοστά.
Φύλο: άρρεν και μακρυτσούτσουνος. (δεν το λέω εγώ, η παιδίατρος το είπε)

Έξω από την αίθουσα Τοκετού ήταν οι γιαγιάδες του. Μόλις κατάλαβαν πως το πλασματάκι που πέρασε στην αγκαλιά της μαίας ήταν ο εγγονός τους, μόνο που δεν έκλαψαν. Δάκρυσαν πάντως, αρκετά.
Εγώ από την άλλη, όχι.

Περίεργο?
Δεν ξέρω, ίσως. Κάτι η αγρύπνια, κάτι το άγχος για τη σύζυγο, κάτι η χαρά που όλα πήγαν κατ’ ευχή, δεν μου βγήκε δάκρυ.

Ελπίζω να μην μου βγει ποτέ, ή έστω αν μου βγει να είναι από χαρά, και αυτή τη χαρά να μου την έχει δώσει ο μικρός.

1 Comments:

Anonymous Ανώνυμος said...

8ymasai pou sou elega?:))) einai panemorfo synais8hma na to zeis...anepanalhpto:)))
sas eyxomai omorfia ki agaph stous treis sas:)))
anna

3:31 μ.μ.  

Δημοσίευση σχολίου

<< Home