Κυριακή, Ιουνίου 25, 2006

Craving

Πόσες φορές δεν ένοιωσα σαν βαμπίρ. Σαν εκείνα τα βαμπίρ που δεν ξέρουν πως είναι βαμπίρ και ενώ πεινάνε για αίμα, η πείνα τους δεν έχει στόχο. Δεν ξέρουν πως αυτό που θα λυτρώσει το είναι τους είναι το υγρό της ζωής που κυλάει στις φλέβες κάποιου άλλου.

Από την άλλη, εγώ, γνωρίζω ποιο είναι το αντικείμενο της ακατάσχετης επιθυμίας μου, της πείνας μου. Είναι κάτι τόσο τετριμμένο που καταντά σχεδόν γελοίο. Βασανιστικά γελοίο και γελοία βασανιστικό.

Ο έρωτας.

Ο χιλιοτραγουδισμένος, ο υμνώμενος από θεούς κι ανθρώπους αντάμα, ο λυτρωτής, ο άπιαστος, ο βασανιστής, ο κατακτητής, ο αλωτής, ο δραπέτης, ο παράνομος, ο οργωτής, ο σπορέας, ο θεριστής και ο αλωνάρης της ψυχής.

Ο έρωτας.

Εκείνος ο έρωτας που σε κάνει πραγματικά να μπαίνεις σε άλλη χωροχρονική κλίμακα. Που σε κάνει να ξεπετάς δουλειές που σου έπαιρναν μέρες σε ώρες. Που σε κάνει να χαμογελάς, έτσι, χωρίς λόγο. Που σου φοράει πανοπλία και σε προστατεύει από κάθε λογής κακό.

Εκείνος ο έρωτας που δεν χρειάζεται να του μιλάς με τις ώρες, εκείνος ο έρωτας που δεν χρειάζεται να τον κοιτάς στα μάτια, εκείνος ο έρωτας που δεν έχει ανάγκη να ακούει το «σ’ αγαπώ» σου για να σ’ αγαπάει.

Εκείνος ο έρωτας που περνάει πάνω από τη σάρκα και την καίει, σαν να μην την χρειάζεται. Σαν να είναι μια μικρή ανάπαυλα στην πορεία του. Εκείνος ο έρωτας που δεν έχει ανάγκη την παρουσία σου.

Εκείνος ο έρωτας που σε ξυπνάει από το λήθαργο της ζωής για να σου την δείξει με όλα της τα χρώματα. Εκείνος ο έρωτας που σε κάνει να μην θες να κοιμηθείς. Εκείνος ο έρωτας που σε τρομάζει με το μέγεθος του και ταυτόχρονα με το πόσο πολύτιμα μικρός μπορεί να είναι.

Εκείνος ο έρωτας.

Ένας έρωτας χωρίς εγωισμό, χωρίς αυταπάτες και ανασφάλειες. Χωρίς τα «μη» του φλερτ. Ένας έρωτας απλός.

Ένας έρωτας αμόλυντος.

Ένας έρωτας Ιθάκη.

Ένας έρωτας που μπορεί να μείνει παιδί.

Ένας έρωτας σαν κουρδισμένος καταπέλτης με σημάδι τα άστρα.

Ένας έρωτας του νου και των αισθήσεων του.

Ένας έρωτας πηγή.

Ένας έρωτας με μικρό το ε.

Ένας έρωτας που μπορεί να συνταράξει σώματα.

Αλλά κυρίως, συνταράσσει το πνεύμα.

…κι αυτός είναι ο μεγαλύτερος έρωτας…

για αυτόν τον έρωτα πεινάω …

…κι ακόμα δεν τον άγγιξα στο μεγαλείο του …

Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2006

Two Spirits

Ανέκαθεν προτιμούσα την σάτιρα από την «στεγνή» ανάλυση. Πολιτική, διεθνείς ή διαπροσωπικές σχέσεις, πάντα θα έβρισκα τον πιο επιτυχημένο σχολιασμό δοσμένο από το πενάκι ενός σκιτσογράφου – γελοιογράφου.

Μπορεί να είσαι κλεισμένος σε ένα μπουντρούμι για έξι μήνες, ένα χρόνο, για όσο διάστημα θέλεις, χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο. Με το που θα βγεις και πιάσεις στα χέρια σου μια σατιρική φυλλάδα ή χαζέψεις, λαθραναγνώσκωντας, τις γελοιογραφίες στις υπόλοιπες «πολιτικές» εφημερίδες, είσαι ενήμερος για τα πλέον σημαντικά γεγονότα, τάσεις και στάσεις.

Το ίδιο ισχύει βέβαια και με τις σατιρικές εκπομπές της τηλεόρασης. (Αλλά σιγά μην ασχοληθώ με το χαζοκούτι.)

Έτσι λοιπόν μελετώ, ανάμεσα σε άλλα, τακτικότατα το αμερικάνικο MAD.

Στο τελευταίο του τεύχος που έχω ανά χείρας λοιπόν, διάβασα κάτι που πραγματικά με εξέπληξε. Μία αναγνώστρια, Ιθαγενής Αμερικάνα, ορμώμενη από ένα σατιρικό (τι άλλο…? ) άρθρο του περιοδικού με θέμα τους ομοφυλόφιλους καουμπόηδες, πληροφορεί τους εκδότες του περιοδικού ότι, α) η λέξη Squaw (αναφερόμενη στις Ινδιάνες) ήταν λέξη του Λευκού Κατακτητή και ουδέποτε την χρησιμοποίησαν οι της φυλής της και β) ότι ΠΡΙΝ πάνε στο Αμέρικα οι λευκοί, οι ομοφυλόφιλοι Ιθαγενείς Αμερικάνοι έχαιραν μεγάλων τιμών ως Σοφοί Άνθρωποι. Τους αποκαλούσαν «Δύο Πνεύματα» γιατί είχαν την ικανότητα να καταλαβαίνουν θηλυκές και σερνικές απόψεις αντάμα. Ήταν επίσης δάσκαλοι και είχαν το δικαίωμα … να παντρευτούν.
Όλα αυτά βεβαίως άλλαξαν άρδην με την εισαγωγή των διαστρεβλωμένων λευκών ιδεών.

Τάδε έφη, Carol Shneider, Susquahannock/Cherokee, Dundee, New York

Στο τελευταίο τεύχος των SCHOOLIGANS, που δεν έχει καμία σατιρική χροιά βέβαια, διάβασα επίσης την συνέντευξη ενός άγνωστου, για μένα, ποιητή. Διάβασα είπα? Λάθος. Ρούφηξα. Τρίπαξ.

75 ετών σήμερα ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, σεβάσμιος, με την γραβατούλα του με το κουστουμάκι του, με το περιποιημένο του μουστακάκι, ένας κανονικός γεροδάσκαλος, μιλάει για τα νεανικά του χρόνια στο κατηχητικό, για τους «μεγάλους» και τους μεγάλους Έλληνες ποιητές, για το μάταιο του έρωτα και του πάθους. Για τα ποιήματα και τις επαναστάσεις του.

Ο λόγος του άμεσος, σαφής, αυταποδυκνειούμενος και ζωντανός. Σου γαργαλάει τις συνάψεις σε σημείο έγερσης. Σε σημείο επανάστασης. Αρνείται κατηγορηματικά τον όρο «Νεολαία» ως μη πραγματικό, γιατί απλούστατα βάζει τους πάντες στο ίδιο τσουβάλι. Λέει την πεολειχία τσιμπούκι, την καύλα κάβλα (με βήτα), τους όρχεις αρχίδια και γενικότερα τα πράγματα με τ’ όνομα τους.

Απομυθοποιεί, δικαίως, μεγάλα και «βαριά» χαρτιά της Ελληνικής Ποίησης και απαγγέλλει Καρυωτάκη («Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς/ μπορούνε με χίλιους τρόπους/ Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής/ όταν ακούσεις ανθρώπους… το έχω γραμμένο σε κάποιο πρόχειρο του γυμνασίου … και έπαθα όταν το διάβασα ξανά…). Αντιμετωπίζει στα ίσια τον θάνατο, ταξιδεύει για την Ιθάκη του ακόμα, ξέρει πως το να λες «σ’αγαπώ» δεν λέει τίποτα. Βρίθει σοφίας ο Κύριος Χριστιανόπουλος. Σοφία εμφανώς κερδισμένη με κόπο, το πολυτιμότερο είδος Σοφίας.

Θα ήθελα να είχα έναν τέτοιο Δάσκαλο. Όχι μόνο για μένα, αλλά και για τον γιο μου.
Άσχετο αν ορισμένοι τον έχουν αφ-ορίσει και ζητούν να αφαιρεθούν τα ποιήματα του από τα σχολικά εγχειρίδια.
Διάολε! Θα ήθελα να τον έχω Παππού, αν όχι Πατέρα.

Παραθέτω ποίημα του που βρίσκεται και στο SCHOOLIGANS αλλά και στη συλλογή του «Ποιήματα» (1992)

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπο σας

κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά

έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,

ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψη σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,

έστω και μια φορά;

είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή

για τους απεγνωσμένους;


...


Μήπως να πω ότι τυγχάνει ομοφυλόφιλος ή δεν χρειάζεται?

Τρίτη, Ιουνίου 13, 2006

Scheiβe Uber Alles!!! (Για γενναίους αναγνώστες)


Μια… «ευχή» λέει, «Σκατά να φας, σκατά να πιεις, μες στα σκατά να πέσεις, μες στα σκατά να κοιμηθείς, να μην μπορείς να χέσεις!»

Προφανώς, ο συντάκτης της εν λόγω δημώδους «ευχής», ήξερε πολύ καλά τι εστί Δυσκοιλιότητα. Εγώ το ανακαλύπτω σιγά σιγά μέσω του μικρού.

Ο καημενούλης ζορίζεται. Μαζί του κι εμείς.

45 ημερών είναι ο έρμος και δεν έχει μάθει ακόμα πώς να πέρδεται όπως ο καλός ο κόσμος. Όλο γκρινιάζει, κλαίει και αφού τελικώς η πίεση εντός της κοιλιακής χώρας φτάσει τα κατάλληλα psi και αμοληθούν τα βρωμερά αέρια εκ του εντέρου του, χαζογελάει σαν να κέρδισε το Τζόκερ μετά από 6απλό Τζακπότ με δώρο πιπίλα-mp3 player με τις επιτυχίες της Παπαρίζου.

Η εποποιία αρχίζει όμως όταν τα διατροφικώς στερημένα απόβλητα του φτάσουν σε κρίσιμη μάζα. Τότε οι εκφράσεις του βρεφικού του προσώπου εναλλάσσονται ανάμεσα σε, απορία, έκπληξη, βαρεμάρα, δυσπιστία, τσατίλα, απελπισία, χαύνωση, χλιχλίβισμα (?), αναμπουφτούρδισμα (??), πραπράστωμα (???) μέχρι να καταλήξουν σε μια νιρβανώδη έκφραση συνοδευόμενη από τα γνωστά σε όλους μας, «ΜΜΜΜΜΜμμμμμμμμμγκχ…μμμμμμμμμμμμμΜΜΜΜμμγκχ!»

Α-να-κού-φι-σιςςςς…

Αμέσως μετά, κοιμόμαστε.

Όλοι.

Αναγκαστικά η εν λόγω κατάσταση με έριξε σε βαθιά (όχι κατάθλιψη, όοοοχι!) σκέψη. Μάλιστα.

Γιατί, τα σκατά, διότι περί αυτών ο λόγος, αν και μας έχουν εμπνεύσει δεκάδες εκφράσεις με χιλιάδες λεπτές αποχρώσεις αποστροφής και απελπισίας, σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, είναι τόσο, μα τόσο, σημαντικά.

Δεν είναι σημαντικά?

Μια λέξη θα πω… Λυματολάσπη.

Όλοι την παράγουν, κανείς δεν τη θέλει.

Νομάρχηδες, Δημαρχαίοι, Πολιτικοί και γευσιγνώστες (όρα πολίτες) τσακώνονται για το ποιος να την πάρει. Λέτε να την διακτινήσουμε στο Α του Κενταύρου τελικώς?

Πέρα από τη λυματολάσπη όμως θα ήθελα να τονίσω κάτι άλλο. Όλοι όσοι έχουν ασχοληθεί με οποιασδήποτε μορφής καλλιέργεια (πλην τον πανεπιστημιακών που είναι ακαλλιέργητοι ούτως ή άλλως) γνωρίζει πέραν πάσης αμφιβολίας πως το καλύτερο λίπασμα για μποστάνι ή χωράφι είναι η κοπριά… Οι καβαλίνες… Οι σβουνιές… Τα σκατά των ζώων βρε αδερφέ!

Οι φίλοι Σουηδοί δε, πέραν της ευγενούς τέχνης της Σουηδικής Γυμναστικής, των πορνό σε 8 μιλιμέτρ, των κρεατοσφαιριδίων (Swedish meatballs Π.Ο.Π.) και των Σουηδικών επίπλων που κοσμούν κάθε φοιτητικό-παιδικό δωμάτιο από το 70 και δώθε, βρήκαν πως ακόμη και τα δικά μας κακάκια, με ελάχιστη έξτρα επεξεργασία, μπορούν να μας δώσουν ενέργεια, ως μέσο παραγωγής φυσικού (φυ-σι-κό-τα-του) αερίου.

ΚΑΙ ανακούφισις ΚΑΙ οικονομία. Τρέμε ΔΕΗ, σε έχω χεσμένη! …ένα πράμα.

Αφού εκμεταλλευτούμε λοιπόν τα Διατροφικώς Στερημένα Απόβλητα των εντέρων μας για παραγωγή φυσικού (φυσικότατου, είπαμε) αερίου και χάσουν την ικανότητα παραγωγής του, μπορούμε κάλλιστα να τα χρησιμοποιήσουμε ως λίπασμα στο μποστάνι μας και να έχουμε Βιολογικές® σοδιές, χωρίς νιτρικά λιπάσματα και λοιπές χημικές αηδίες. Προσοχή! Οι γνώστες, ξέρουν πως η κοπριά μπορεί να αποβεί μοιραία για την καλλιέργεια, αν την βάλεις πριν «χωνέψει». Συνήθως η κοπριά που χρησιμοποιείται είναι αυτή του προηγούμενου χρόνου.

(Ανοίγει παρένθεση. Οι ντομάτες που έφαγες στο χωριό και τρελάθηκες με το άρωμα και τη γεύση τους, με τι λίπασμα νομίζεις πως βγήκανε, ε? Κλείνει η παρένθεση.)

Φανταστείτε λοιπόν, μια ανεξάρτητη ενεργειακά Ελλάδα. Και δεν αναφέρομαι σε Αιολικά Πάρκα και Ενέργεια από τα Κύματα του Αιγαίου ή τα (φημολογούμενα) πετρέλαια του (μη χέσω…).

Πάλι σας βλέπω να απορείτε.

Θα σας παραπέμψω στους προϋπολογισμούς κάθε Δημόσιας Υπηρεσίας.

Το τι χρήμα ξοδεύουμε κάθε οικονομικό έτος για αγορά κωλόχαρτου σε Νομαρχίες, Δημαρχεία, Υπουργεία και λοιπές Δημόσιες Υπηρεσίες δεν περιγράφεται. Τα ποσά συναγωνίζονται επάξια το μερίδιο του Α.Ε.Π. για την Παιδεία. (Κάθε συσχετισμός, δικός σας.)

(Ανοίγει παρένθεση. Μα ΟΛΟΙ περιμένουν να πάνε στο γραφείο για να χέσουν? Κλείνει η παρένθεση)

800.000 Δημόσιοι Υπάλληλοι (…) και οι συν αυτοίς κώλοι θα φροντίζουν, μέσω της πλέον παραγωγικής μεθόδου, για την ευμάρεια αυτού του τόπου, μιας και, προφανέστατα, η παραγωγή είναι στα πάνω της και χωρίς πτωτικές τάσεις. Από τη λυματολάσπη των Δ.Υ. θα παίρνουμε ενέργεια και μετά θα λιπαίνουμε τα χωράφια όοοολης της Ελλάδας. Όλη η Ελλάδα Βιολογικές καλλιέργειες!!! Και όλο αυτό με ελάχιστο πραγματικό κόστος. (Έχω ανατριχιάσει λέμε…)

Εννοείται πως το πριμ Παραγωγικότητας θα κοπεί. Εμ να τρως, εμ να χέζεις, εμ να κάνεις το καλό, εμ να θες και πριμ παραγωγικότητας? Θα σου έλεγα που να το ‘βαζες αλλά θέλουμε την δίοδο ανοιχτή.

Ο καιρός γαρ εγγύς Συνέλληνες!

Δευτέρα, Ιουνίου 12, 2006

Α-λή-τες Ρου-φιά-νοι

Ξέρω πως το blog υποτίθεται ότι είναι ένα προσωπικό ημερολόγιο σε ηλεκτρονική μορφή. Εις γνώση μου λοιπόν, παραβιάζω αυτόν τον κανόνα και αποφασίζω να το χρησιμοποιήσω για τον σχολιασμό οποιουδήποτε θέματος μου κεντρίσει την περιέργεια, οποιουδήποτε θέματος με τσιγκλίσει και γενικότερα οποιουδήποτε γεγονότος, κατάστασης, πράγματος ή φαινομένου πέσει στην αντίληψη μου και το κριτικό μου μάτι.

Κακά τα ψέματα, όλοι μας είμαστε κριτικοί. Άλλωστε είναι το πλέον εύκολο να κάνει κανείς. Δεν απαιτεί μεγάλες ποσότητες φαιάς ουσίας, σε βάζει σε αβανταδόρικη θέση, σου καλύπτει σεξουαλικά κενά, σε κάνει να φαίνεσαι περισπούδαστος και γενικά σε μεταμορφώνει από άχρηστο τενεκέ σε τενεκέ με άποψη.

Έλαμου όμως που την σήμερον όλοι θέλουν να γίνουν κριτικοί και μάλλιστα τηλεοπτικοί. Τα 15 λεπτά διασημότητας του Γουόρχολ αναβαθμίστηκαν σε 15 λεπτά κριτικής. Ο Πανελίστας και η Πανελίστρια αποκτούν κύρος και, καθόλου απίθανο, σε μερικά τέρμηνα θα δούμε επαγγελματικούς συλλόγους Πανελιστών να αιτούνται δικαιώματα, ένσημα, και ένταξη σε κάποιο ταμείο αν όχι την ενσωμάτωση τους στην Ε.Σ.Η.Ε.Α.

Γιατί, σαμπώς οι δημοσιογράφοι τι έχουν παραπάνω δηλαδής? Επειδή τελείωσαν μια σχολή δημοσιογραφίας του πανεπιστημίου ή έγραφαν καμιά 40αριά χρονάκια σε καμιά φυλλάδα μπορούν να κάνουν τον δημόσιο κατήγορο? Κι αυτοί που τον κάνουν μήπως το κάνουν για τα μάτια του κόσμου (call me AGB) ή για την ψυχή της γιαγιάς τους?

Αργυρώνητοι είναι οι άνθρωποι ρε παιδιά. Πουτάνες είναι, που αντί του κορμιού τους πουλάνε «ειδήσεις». Μίσθαρνοι όπως όλοι μας. Πουτάνες όπως όλοι μας.
Και μη μου πει κανείς πως κάνει την δουλειά που κάνει από αγάπη για το αντικείμενο. Για το παντεσπάνι μας την κάνουμε.

Η επαγγελματική διαστροφή έγκειται στο να θέλεις να την κάνεις ΚΑΛΑ. Εκεί μπαίνει αυτό που λέγεται Περηφάνια. Με τη φόρα που έχουν πάρει μερικοί όμως κάπου στο δρόμο τους τελείωσε η περηφάνια, ξεχάσανε πως αυτό που κάνουν είναι λειτούργημα και όχι ένα απλό επάγγελμα και μείνανε με τη διαστροφή.

Διαστροφή. Λέξη που έχει χάσει τη βαρύτητα της ίσως. Δεν παύει να περιγράφει όμως την πράξη που, εγκληματικά, συντελούν ορισμένοι ηθικολογώντας, πατρονάροντας, τρομοκρατώντας και εισαγγελεύοντας από οθόνης.

Αυτό πουλάει, σου λένε αφοπλιστικά και πρέπει να το δεχτείς.

Αυτό πουλάει? Με το συμπάθιο ρε μάϊστορα αλλά… ΑΥΤΟ ΠΟΥΛΑΤΕ.

Και ναι, αυτό θα αγοράσει, αναγκαστικά, ο πελάτης.

Δυο βασικά ένστικτα έχει ο έρμος ο άνθρωπος και τον πατάτε και στα δύο. Ένα της διαιώνισης και ένα της αυτοσυντήρησης. Σπέρμα και αίμα. If it bleeds it leads. Τα αμερικανά το έμαθαν δεκαετίες πριν και το χλεύασαν δεόντως σε αρκετές ταινίες.
Ευτυχώς μερικές τις έχουμε δει και εντώ στο Ελλάντα.

Είπα παραπάνω για Λειτούργημα. Άλλη μία λέξη που έχει χάσει τη βαρύτητα της.
Λειτουργός, Λείτος = Δημόσιος + έργον
(ο, η) ουσ. αυτός που επιτελεί έργο το οποίο ωφελεί το κοινωνικό σύνολο, που ασκεί λειτούργημα.

Και ναι ο Δημοσιογράφος ασκεί λειτούργημα όταν (και μόνο όταν) καταδεικνύει σφετεριστές της εξουσίας, βρώμικους πολιτικάντηδες (σαμπώς υπάρχει και καθαρός?) και μεγαλόσχημους απατεώνες. Όταν υψώνει την φωνή και την πένα του ενάντια σε οτιδήποτε απειλητικό για το κοινωνικό καλό, σε οτιδήποτε μπορεί να βλάψει το σύνολο.

Έλαμου όμως που ορισμένοι, με αυτό σαν προκάλυμμα, ασκούν τρομοκρατία του χειρίστου είδους, δίνουν ονόματα αγνοούμενων πιλότων σαν νεκρών (μην χάσετε την αποκλειστικότητα κύριε Δήμε Βερύκιε?), συνομιλούν με καταληψίες λεωφορείων (πότε εκπαιδευτήκατε σαν διαμεσολαβητής καταστάσεων ομηρίας κύριε Τριανταφυλλόπουλε?), ελέγχουν το βάθος ανασκαφής σε εγκληματολογική έρευνα από οθόνης (έχετε το κληρονομικό χάρισμα κύριε Καμπουράκη?), τα χώνουν σε ιδρυματοποιημένους φύλακες σωφρονιστικών ιδρυμάτων για την μη παρέμβαση τους στην απόδραση του ιπτάμενου και jailman Παλαιοκώστα (αν ήσουνα εσύ εκεί και έβλεπες το ελικόπτερο θα πυροβολούσες ή θα έλεγες, «κάτσε να κρυφτώ καλύτερα, αν ήρθαν με κοτζάμ ελικόπτερο ποιος ξέρει τι όπλα θα έχουν…»?) και γενικότερα, ως βασιλικότεροι του βασιλέως ξεπερνούν εαυτόν (κυριολεκτικά) για να μας πείσουν πως κάνουν τη δική μας δουλειά. Αυτή του κριτή.

Ίσως να φαίνεται οξύμωρο αλλά δεν είναι. Ο τελικός και μόνος κριτής τον γεγονότων είναι ο τελικός τους αποδέκτης. Εγώ. Ο Τηλεθεατής. Εγώ, ο Πολίτης.

Αν εσύ κύρ’ δημοσιολόγε μου, φοράς το γουνάκι του Ανώτατου δικαστή και καταδικάζεις τον οποιονδήποτε για το οτιδήποτε, τι μένει για μένα? Το ποπ κορν? Η κοκακόλα? Μια πικρή γεύση απώλειας?

Η δικιά σου δουλειά είναι να ε-νη-με-ρώ-νεις. Να κάνεις ρεπορτάζ. Να λες τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Μαγκιά σου αν μπορείς να το κάνεις με πνεύμα, π.χ., «Άκαρπες παραμένουν για 5η-6η-7η-18η εβδομάδα οι προσπάθειες ανεύρεσης στοιχείων που να επιβεβαιώνουν τον θάνατο του μικρού Άλεξ στα χέρια των ανήλικων που αρχικώς ομολόγησαν τον φόνο του.» (και όχι τη δολοφονία του, αστοιχείωτε).

Ή

«Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, στις δέκα το πρωί, νότια της Καρπάθου συγκρούσθηκαν δύο πολεμικά αεροσκάφη. Σε επικοινωνία μας με τον εκπρόσωπο….»

Αλλά τι στα λέω…? Να πω πως δεν ξέρεις να κάνεις ρεπορτάζ? Ξέρεις και παραξέρεις. Ας όψονται οι αρχισυντάκτες και οι διευθυντάδες ειδήσεων. Αυτούς θα έπρεπε να κρεμάσουμε πρώτους.

Τώρα, με ποιανού τα άντερα, είναι άλλο θέμα.

Κυριακή, Ιουνίου 11, 2006

Ο χαμένος blogger (Call me Daddy)

Φτύστε με, οικτίρετε με, διαπομπεύσατε με. Είμαι ένας ανάξιος blogger.
Ξέρω πως έχω μέρες να γράψω και δεν θα αναλώσω τον, ελάχιστο, χρόνο μου σε συγνώμες προς οποιονδήποτε με διαβάζει, αν με διαβάζει κανείς.
Πάντα ακολουθούσα τον κανόνα, «Αν δεν έχεις κάτι ΚΑΛΟ να πεις, μη λες τίποτα.»

Οι μέρες που πέρασαν ήταν ένας αχταρμάς από δουλειά, τάϊσμα του μικρού, ρέψιμο του μικρού, ύπνου, τάϊσμα του μικρού, ρέψιμο του μικρού, ξεσκάτισμα του μικρού, κλέψιμο 2 ωρών ύπνου, δουλειάς, πολλών νεύρων, μιας παρ ολίγον μαστίτιδας που μας ανάγκασε να κόψουμε το θηλασμό, και μερικών ευμεγεθών καυγάδων.

Επιτέλους γίναμε 40 ημερών! (καραμούζες, ιαχές, ροκάνες και μια σαμπάνια στο 5 παρακαλώ) Ο Μικρός έφτασε αισίως τα 4,250 κιλά και πήρε 5 πόντους μπόϊ. Κατά γενική διαπίστωση σε λίγο θα τον παραδώσουμε για φαντάρο… (Άτιμες γιαγιάδες!)

Θέλω να εκφράσω ένα παράπονο.
Αν και τυγχάνω λάτρης των Γλωσσών, πως μπορώ να επικοινωνήσω με ένα πλάσμα που έχει έναν και μόνο έναν ήχο για το οτιδήποτε? Ακολουθούν παραδείγματα.

Πεινάω = Ουάααα
Πονάει η κοιλιά μου = Ουάαααα
Πονάει το κόλον μου και δεν μπορώ να αποβάλω τα διατροφικώς στερημένα απόβλητα μου = Ουάαααααααα
Δεν μου βγαίνει η διαφορική συνάρτηση = Ουάααααα
Το γάλα σε σκόνη που επιλέξατε, παλιοτσίπηδες γονείς, είναι αίσχος = Ουάααααα
Η επιλογή Μότσαρτ για μουσική φαγητού δεν με καλύπτει = Ουά

Μύθος αυτό που λένε οι παλιές μαμάδες (γιαγιάδες), «θα σου πει αυτό τι θέλει».

Μωρέ αυτό το λέει, ΕΓΩ το καταλαβαίνω???

Τες πα.

Με το που σαραντήσαμε λοιπόν, φορτώσαμε τον μικρό και τα συν αυτού συνοδευτικά συμπράγκαλα στις γιαγιάδες του και βγήκαμε να απηλαύσουμε έναν καφέ σαν Γνήσιοι Έλληνες.

Για μένα, ανέκαθεν, ο Καφές ήταν μια μυσταγωγική – τζεϊμσμποντική διαδικασία. Πάντα ήθελα να τον σιγοπίνω χαζεύοντας τον κόσμο πίσω από τη τζαμαρία της καφετέριας ή μέσω του καθρέφτη του μπαρ. Κάπως σαν, «Σας βλέπω αλλά δε με βλέπετεεεε… νιά νιά νιανιά νιά», ένα πράμα.

Αυτή τη φορά όμως το έπαιξα Ελληνάρας και στήθηκα μαζί με τους υπόλοιπους σε ένα τραπεζάκι με χαμηλούς καναπέδες (το λεγόμενο και Lounge Style, τρομάρα μας…) χαζεύοντας την περατζάδα φέϊς του φέϊς.

Έπαθα.
Ή εγώ είχα καιρό να βγω στον Κόσμο, ή ο Κόσμος άλλαξε εν μία νυκτί (ή έστω εν μία σαιζόν).

Τι χαμηλοκάβαλο παντελόνι, τι top που εκθέτουν το προπατορικό σημάδι του αφαλού, τι παντοφλίτσες που με κόπο συγκρατούν εαυτόν επί του ποδός, τι τατουάζ επι ώμων-κοιλιών-αστραγάλων, τι μαλλιά τσακώθηκα-με-το-μπλέντερ-και-νίκησα, τι «αέρα θέλει η πουτανιά και το μουνί γαμήσι» ήταν αυτά?

Τελικά είχε δίκιο ο σοφός που είπε πως, «Αυτό που πέντε χρόνια πριν ήταν της μόδας στα κωλόμπαρα είναι τώρα στη μόδα στον έξω κόσμο.»

Το αίσχος δε, ήταν να βλέπεις όλα τα προαναφερθέντα είδη ρουχισμού – αξεσουάρ σε δεσποινίδες ΚΑΙ κυρίες με εμφανή έλλειψη καθρέφτη στο σπίτι τους. Για έλλειψη γούστου ούτε λόγος...
Τα 15χρονα με τα τζηνάκια τους και τα ροζ top ήταν χάρμα οφθαλμών. (Ας μην ξαναθυμηθώ τις 25αρες με τους γραμμωμένους κοιλιακούς και ξανακολαστώ ο τάλας)
αλλά ...

Που πας κυρά μου με τις πατσές όξω?!?!?!? Κυκλοφορούν και παιδιά!!!

Πρέπει να κλείσω το κείμενο γιατί έχουμε κρίση κολικού στο διπλανό δωμάτιο.

Ασπασμοί μετά κοιλιακών σπασμών και τα λέμε σύντομα.

Ελπίζω.